1. ΣΠΗΛΑΙΟ ΝΕΡΟΣΠΗΛΙΑ - ΌΘΡΥΣ

Η Νεροσπηλιά είναι το μεγαλύτερο σε μήκος μέχρι στιγμής γνωστό σπήλαιο του νομού Μαγνησίας. Είναι υπόγειος ποταμός του οποίου η έξοδος στο περιβάλλον είναι ταυτόχρονα και η είσοδος του σπηλαίου. Βρίσκεται στο Όρος Όθρυς σε υψόμετρο 1090μ. κάτω από την κορυφή Πήλιουρας (1.557μ.)

Οδοιπορικό : Για να το προσεγγίσει κανείς πρέπει ή να ανέβει στο βουνό μέσω Δ.Δ. Κοφών, ανεβαίνοντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο έως το μνημείο της αεροπορίας (Τσατάλι) & από εκεί μετά από 2Km περίπου υπάρχει ταμπέλα του ΕΟΣ Αλμυρού που μας βγάζει σε κατηφορικό χωματόδρομο που οδηγεί προς Νεροσπηλιά (http://www.sports-tracker.com/#/workout/chriza69/b21vf463ffimc4at). Αντίστοιχα μπορεί κάποιος να ανέβει & από το Δ.Δ. Κοκκοτών. Ο χωματόδρομος αφού περάσει ανάμεσα από κάποια σπίτια φτάνει σε μια διασταύρωση (υπάρχει περιφραγμένο οικόπεδο) και εκεί στρίβουμε δεξιά & συνεχίζουμε ευθεία. Μετά από 2Km περίπου κατηφορικής πορείας, βρισκόμαστε στο πανέμορφο Πετροκάναλο, (διασχίζεται από το χαρχαλόρεμα) που βρίσκεται και το πολύ γραφικό – μικρό καταφύγιο του ορειβατικού συλλόγου Αλμυρού. Μετά τη ρεματιά ο δρόμος αυτός συνεχίζει ανηφορικά μέσα στα έλατα και μετά από 4-5Km δίχως άλλες διασταυρώσεις θα μας περάσει μπροστά από την είσοδο της σπηλιάς.

Περιγραφή : Η είσοδός της βρίσκεται στη βάση μιας ορθοπλαγιάς με αρκετό ύψος. Καθώς το νερό κυλάει αργά από την είσοδο της σπηλιάς, έχει δημιουργήσει ένα μεγάλο καταρράχτη (περίοδος από χειμώνα έως την άνοιξη με τα πολλά νερά) πριν το νερό καταλήξει στο φαράγγι της Νεροσπηλιάς.

Ακριβώς στη μέση του δρόμου, κατά τις εργασίες διάνοιξης του, δημιουργήθηκε ένα άνοιγμα μικρής διαμέτρου κάτω από το οποίο αποκαλύφτηκε ένα μικρό έγκοιλο, μοναδικό σπήλαιο σε πέτρωμα. Είναι το σπήλαιο με το όνομα «Μικρό Νεροσπηλιάς» το οποίο αναφέρεται μόνο του σε άλλο κεφάλαιο. Η Νεροσπηλιά λόγω της θέσης της, του μεγέθους της εισόδου της και του ποταμού που βγαίνει από αυτήν είναι φυσικό να ήταν ανέκαθεν γνωστή. Μαρτυρίες για αυτήν υπάρχουν και από τα γύρω χωριά και από πολλούς περιηγητές που φτάνουν ως εκεί. Αναφορές υπάρχουν και στον τοπικό τύπο και μάλιστα μια από αυτές (με συγγραφέα τον κ. Μ. Κ. Λούση) περιγράφει τρεις προσπάθειες μελών του Ε.Ο.Σ Βόλου να φτάσουν ως το τέλος του σπηλαίου, οι οποίες έγιναν το φθινόπωρο του 1973 και τον 5ο και 9ο του 1974. Το1983 το σπήλαιο γίνεται γνωστό στον σπηλαιολογικό όμιλο ΣΠΕΛΕΟ. Οργανώνεται η πρώτη αποστολή από αρκετά μέλη του που έφτασαν ως εκεί μετά από μεγάλη πορεία από το χωριό Βρύναινα αφού τότε δεν υπήρχε ο σημερινός δασικός δρόμος. Η ομάδα εκείνη έφτασε μέχρι το τέλος του βατού τμήματος του σπηλαίου, αφού η περαιτέρω διείσδυση προϋπέθετε κατάδυση. Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλες εξερευνητικές αποστολές και διάφορες αποστολές εργασίας. Σε μια από αυτές, έγινε και η χαρτογράφησή του από τους Νίκο Αναστασόπουλο, Ιωάννα Ευσταθίου, Ελ. Κόνιαρη, Κώστα Ζούπη, Δημ. Κομπιλήρη και Βασ. Τριγώνη. Τον 9ο του 1992 οι τρεις τελευταίοι έκαναν για πρώτη φορά κατάδυση στο σιφόνι του σπηλαίου, προχωρώντας για 80μ. περίπου και με μέγιστο καταδυόμενο βάθος τα 17μ., δίχως ωστόσο να ξεπεράσουν το εμπόδιο του νερού. Επόμενη κατάδυση έγινε τον 7ο του 2003 από τον Νίκο Μητσάκη, ο οποίος αν και προχώρησε άλλα 40μ. περίπου δεν κατόρθωσε να ξεπεράσει το σιφόνι.

Η είσοδος του σπηλαίου έχει σχήμα ωοειδές, με μέγιστο ύψος 7μ. περίπου και πλάτος 4μ. Στα 20μ. πιο μέσα, από το αριστερό της τοίχωμα, παρατηρούμε ότι τους μήνες με χαμηλή υδροδότηση υπάρχει παροχή νερού. Το νερό βγαίνει από ένα μικρό άνοιγμα, όπου είναι αδύνατο να εισχωρήσει άνθρωπος, και δημιουργεί από εδώ ως την έξοδο ένα μικρό ποταμάκι. Στη συνέχεια έχουμε αρχικά κάμψη του στα δεξιά, ενώ μετά το πέρασμα ενός χαμηλώματος, το σπήλαιο αρχίζει να κλίνει προς τα αριστερά. Για αρκετά ακόμη μέτρα έχουμε τέτοιου είδους κάμψεις, μια δεξιά και μια αριστερά, έως ότου (200μ. από την είσοδο περίπου) συναντούμε την πρώτη μεγάλη λίμνη, την οποία δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Με βάθος 1μ. περίπου υποχρεώνεσαι να βραχείς αρκετά για να διασχίσεις τα 10μ. μήκος της. Τα επόμενα 100μ. γίνονται σε ξερό έδαφος μέχρι να συναντήσουμε την επόμενη πιο ρηχή όμως λιμνούλα με 0.5μ. βάθος, που όμως μας αναγκάζει να ξαναμπούμε στο νερό. Στα επόμενα 550μ. του σπηλαίου συναντούμε άλλες δυο τέτοιου είδους λίμνες. Εδώ βρίσκεται μια διακλάδωση. Το νερό έρχεται από το βάθος της σπηλιάς, σχηματίζει έναν μικρό καταρράχτη και φεύγει αριστερά μας με ΒΑ κατεύθυνση. Αυτός ο ποταμός είναι στενότερος από το κυρίως σπήλαιο, με πλάτος μικρότερο του 1μ. και ύψος κυμαινόμενο στα 2μ. Είναι γεμάτος με νερό, αφού από εδώ συνεχίζει η ροή του ποταμού, και μετά από 200μ. περίπου γίνεται πολύ στενός (0.40μ) με το νερό να φτάνει ως την οροφή του. Δεν έχει γίνει σκέψη για κατάδυση σε αυτό το σημείο, πρώτον γιατί είναι πολύ στενό και δεύτερον γιατί γνωρίζουμε ότι αυτός ο πλόκαμος οδηγεί το νερό στην αρχή της εισόδου μας στο σπήλαιο, όπως το περιγράψαμε πιο πάνω. Ξαναγυρίζοντας στη διακλάδωση, συνεχίζουμε προς το βάθος, εβρισκόμενοι διαρκώς μέσα ή δίπλα σε νερό που ρέει προς την έξοδο. Από τα 350μ. ως τα 700μ. η διεύθυνση του είναι νότια ενώ μετά στρέφεται προς τα δυτικά. Λίγο πριν τα 700μ. δημιουργείται μια λίμνη αρκετά βαθιά στην οποία πρέπει να κολυμπήσει κάποιος για 2-3μ. μέχρι να την προσπεράσει. Μπορεί όμως και να την αποφύγει αν ανέβει στο αριστερό τοίχωμα, λίγα μέτρα πιο πάνω, όπου υπάρχει περιθώριο παράκαμψής της. 50-60μ. μετά την αλλαγή διεύθυνσης του σπηλαίου, θα συναντήσουμε μια μεγάλη λίμνη, μήκους 30μ., πλάτους 2.5μ. και ύψους 2μ. περίπου. Δυστυχώς αυτή έχει βάθος 1.5μ. περίπου κάτι που μας αναγκάζει να μπούμε στο νερό ως το στήθος. Μετά απ'αυτήν ακολουθεί μια άλλη λίγο μικρότερη σε μήκος και με βάθος νερού γύρω στο 1μ., αλλά με ύψος οροφής 1,40μ., κάτι που μας αναγκάζει να την περάσουμε αρκετά σκυφτοί άρα και πάλι μέσα στο νερό. 70μ πιο πέρα βρίσκεται το σιφόνι. Ακριβώς πριν από αυτό υπάρχει μια αρκετά ευρύχωρη αίθουσα με διάμετρο 5μ., όπου άνετα μπορούν να προετοιμαστούν οι σπηλαιοδύτες για την κατάδυση. Το σιφόνι είναι άνετο στην αρχή του με διαστάσεις 3μ πλάτος και 2μ. ύψος, ακολουθεί την ίδια διεύθυνση με τον προ αυτού διάδρομο, δηλαδή δυτικά. Έχει κατηφορική κλίση τέτοια που το κάνει να έχει μετά από 35μ. μήκος 17μ. βάθος. Σε εκείνο το σημείο κάνει ένα σπάσιμο δεξιά και συνεχίζει ξανά δυτικά, αυτή τη φορά όμως ανηφορίζοντας, πολύ πιο ομαλά από πριν. Στα 110μ. από την αρχή του έχει ανέβει στα 10μ. βάθος. Εκεί σχηματίζεται ένα φουγάρο με μικρές διαστάσεις και πολύ λάσπη στα τοιχώματα του. Ακριβώς εκεί σταμάτησε και ο κ. Μητσάκης, θεωρώντας επικίνδυνο να περάσει το σημείο αυτό, λόγω στενότητας και λάσπης. Πιστεύεται πως μετά από αυτό είμαστε κοντά στην έξοδο ή στην έξοδο από το σιφόνι, μετά από το οποίο το σπήλαιο σαφέστατα συνεχίζει.

Παρατηρήσεις : Η περιγραφή του σπηλαίου, όπως αναφέρθηκε και στην αρχή έγινε σε περιόδους με χαμηλή τροφοδοσία νερού, δηλαδή φθινόπωρο και αρχή χειμώνα. Όλο τον υπόλοιπο χρόνο και ειδικά την άνοιξη, η ποσότητα του νερού είναι τέτοια που η παράκαμψη δεν μπορεί να την χωρέσει, οπότε σε ολόκληρο το μήκος του είναι ποτάμι και δεν υπάρχουν οι μικρές λίμνες που περιγράφηκαν. Σε ολόκληρο το μήκος του, 1χλμ χωρίς την παράκαμψη, οι διάδρομοί του είναι άνετοι σε όλες τις διαστάσεις, ενώ κατά τόπους σχηματίζονται και ευρύχωρες αίθουσες. Ως εν ενεργεία καρστικός αγωγός, φυσικά δεν μπορεί να έχει πλούσιο λιθοματικό διάκοσμο, κάτι που όμως δεν το καθιστά και τελείως γυμνό. Σε πάρα πολλά σημεία του υπάρχει διάκοσμος κάθε είδους, σε χρώματα γαιώδη, και κυρίως στις διάφορες σχηματιζόμενες αίθουσες.

2. ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΕΤΡΑΣΤΟΜΟ – Δ.Δ. ΒΡΥΝΑΙΝΑΣ

39ο 03΄54΄΄ Β - 22ο 50΄ 31΄΄ Α - υψόμετρο 420 μ.

Οδοιπορικό : Από τη Σούρπη κατευθυνόμαστε βορειοδυτικά. Στη διασταύρωση της Κ. Ι. Μονής Ξενιάς στρίβουμε αριστερά, περνάμε κάτω από την εθνική οδό και κατευθυνόμαστε προς Βρύναινα. Προσπερνάμε τις δύο μονές νέας και παλιάς Ξενιάς, και φτάνουμε σε μεγάλη δεξιά στροφή με κατεύθυνση δυτική. Μπροστά μας αντικρίζουμε το φαράγγι, το οποίο βλέπαμε αριστερά μας κατά τη διαδρομή, ενώ στα αριστερά μας υπάρχει λιβάδι που το διασχίζει χωματόδρομος. Παίρνουμε τον χωματόδρομο και όταν ανηφορίσει (περίπου στα 250μ) σταματούμε. Δεξιά μας υπάρχει ένα καλά διαμορφωμένο μονοπάτι, στους πρόποδες λευκών βράχων με την ονομασία «Κορυφούλα». Ακολουθώντας το μονοπάτι, μετά από 50μ φτάνουμε σε πλάτωμα. Αριστερά μας αφήνουμε την Κορυφούλα και συνεχίζουμε δεξιά (νοτιοδυτικά) ανεβαίνοντας τους μικρούς βράχους, που μοιάζουν με κατάλοιπα κάστρου (περίφραξη). Φτάνουμε σε επίπεδο βραχώδες έδαφος και αριστερά μας ανάμεσα στα βράχια ξεπροβάλλει το μικρό άνοιγμα της εισόδου ΙΙΙ του σπηλαίου, ενώ από πάνω της είναι η κορυφή αυτού του ασβεστολιθικού σχηματισμού. Χρησιμοποιούμε τη θέση αυτή σαν σημείο αναφοράς για τις υπόλοιπες εισόδους του σπηλαίου. Έτσι: 1.Με κατεύθυνση νότια κατηφορίζουμε τη βραχώδη λαγκαδιά και μετά από 20μ φτάνουμε στην ευρύχωρη είσοδο Ι, 2.Με κατεύθυνση νοτιοδυτικά κατεβαίνουμε ανάμεσα σε βράχια και σε 15μ φτάνουμε στην είσοδο ΙΙ (περίπου στα μισά υψομετρικά της διαδρομής ως την είσοδο Ι) 3. Είκοσι μέτρα δυτικότερα βρίσκεται η είσοδος IV με δύο ανοίγματα.

Περιγραφή: είσοδος ΙΙ, κεντρική αίθουσα: Η διείσδυση γίνεται από μικρό άνοιγμα σε επικλινές επίπεδο, το οποίο φαρδαίνει και ακολουθεί 3,5μ απότομο κατέβασμα. Επιθυμητό είναι απ' έξω ακόμη, να δέσουμε ένα σκοινί για τη διευκόλυνσή μας έως το κατέβασμα και την προσπέλασή του. Ακολουθεί φαρδύς κατηφορικός διάδρομος, το δάπεδο του οποίου είναι καλυμμένο με πέτρες. Στο τέλος ανηφορίζει, ενώ μπροστά μας προβάλλει μια μεγάλη αίθουσα κεντρική. Βρισκόμαστε 2μ ψηλότερα από το δάπεδο της, οπότε ένα σχοινάκι ή μια σκάλα με βραχοδέσιμο είναι χρήσιμο για το κατέβασμα. Δεξιά ανοίγονται γαλαρίες που είτε κλίνουν πολύγωνα (ενώνονται), είτε καταλήγουν σε αδιέξοδα (νερό, καμινάδες και μπλοκάζ). Μόνο στο σημείο Γ του χάρτη, όπου υπάρχει άνοιγμα στο δάπεδο (κορυφή καμινάδας) μπορούμε να περάσουμε κατευθυνόμενοι προς την είσοδο ΙΙΙ. Η προσπέλαση είναι πιο βατή μέσω σπειροειδούς γαλαρίας δεξιά της τρύπας, αλλά είναι πολύπλοκο και δεν συνιστάται σε μη γνώστες του σπηλαίου. Αριστερά του σημείου Α υπάρχουν ογκόλιθοι. Μπορούμε να ακολουθήσουμε 2 διαδρομές που θα μας βγάλουν σε φαρδιά, λασπωμένη γαλαρία. Η μια είναι ανάμεσα τους μέσα από στενά περάσματα με ωραίο διάκοσμο, ενώ η δεύτερη τους παρακάμπτει από δεξιά, κατηφορίζοντας στο διάδρομο της αίθουσας, ο οποίος καταλήγει σε λιμνούλες, ενώ στη συνέχεια απαιτείται σκαρφάλωμα στα βράχια ανατολικά. Στη μέση περίπου της διαδρομής της γαλαρίας υπάρχει λαθρανασκαφή. Προχωρώντας ως το τέλος της, αριστερά και πάνω υπάρχει στενόχωρη καμινάδα , η οποία οδηγεί στην είσοδο IV. Η αναρρίχηση μπορεί να γίνει κλασσικά, ενώ μπορεί να γίνει και καταρρίχηση με σκοινί από πάνω.

Είσοδος Ι: περνώντας το μεγάλο άνοιγμα της βρισκόμαστε σε φωτισμένη γαλαρία. Στην αριστερή πλευρά διακρίνεται βάραθρο με τρία διαδοχικά ανοίγματα, το τελευταίο από τα οποία χρησιμοποιούμε. Υπάρχουν 6 καρφιά τύπου SPIT 8, από τα οποία δένουμε τα σχοινιά για να κατέβουμε. Στα 5μ του βαράθρου αρματώνουμε παρέκκλιση με βραχοδέσιμο στον απέναντι τοίχο και συνεχίζοντας την κατάβαση προσγειωνόμαστε δίπλα στο σημείο Α. Υπάρχουν παράλληλα τμήματα στο δεξιό μέρος, μετά την είσοδο, από τα οποία μπορούμε να αποφύγουμε το βάραθρο και να κατέβουμε χωρίς αρμάτωση στο σημείο Α, αλλά είναι σχετικά περίπλοκο.

Είσοδος ΙΙΙ: Μετά το μικρό άνοιγμα της εισόδου ακολουθεί επικλινές, το ποίο προσπερνιέται εύκολα με καταρρίχιση, καταλήγοντας σε μικρή αίθουσα. Από εδώ η διεύθυνση είναι δεξιά και κάτω. Μετά από κρήμνιση 1μ ακολουθεί το πρώτο βάραθρο περίπου 8μ. Η προσέγγιση και προσπέλασή του γίνεται με αρμάτωμα από την αίθουσα, ενώ το κεντρικό έρεισμα είναι αριστερά σε βράχο όπου υπάρχει καρφί. Κατεβαίνοντας φτάνουμε σε μεγαλύτερη, αίθουσα, στο χαμηλότερο επίπεδο της οποίας αρχίζει στενή γαλαρία. Προσπερνώντας 2 μικρά κατεβάσματα καταλήγουμε σε βάραθρο. Αυτό αρματώνεται με τη βοήθεια Υ βραχοδεσίματος, οπότε φτάνουμε στην τελευταία και μεγαλύτερη αίθουσα, περίπου 9μ παρακάτω και 36μ από την είσοδο. Το δάπεδο είναι βραχώδες, ενώ οι τοίχοι επικαλυμμένοι με σταλαγμιτικό υλικό έναντι του βαράθρου και με οξείδια του σιδήρου οι εφαπτόμενοι στην προβολή του. Η αίθουσα τελειώνει στα αριστερά μετά από 9μ με 2 ανοίγματα. Το δεξί οδηγεί προς τα κάτω σε επιφάνεια νερού, ενώ το αριστερό σε στενές γαλαρίες, καμινάδες και επικίνδυνα ασταθή μπλοκάζ. Στο δεξί μέρος της αίθουσας, στα 6μ περίπου υπάρχει ογκόλιθος που τη διαιρεί. Αριστερά από τον ογκόλιθο περνάμε σε γαλαρίες «λαβύρινθο» οδηγούμενοι προς αίθουσες με νερό, διάκοσμο και ευρήματα. Μια από αυτές συνδέεται με την προαναφερόμενη κεντρική είσοδο στο σημείο Γ. Δεξιά από τον ογκόλιθο ανεβαίνοντας ως την κορυφή φτάνουμε σε αίθουσα με σταλαγμιτικό διάκοσμο, στο τέρμα της οποίας ανηφορίζει καμινάδα με αδιέξοδο, ενώ αριστερά προβάλλει αχανής φούρνος (πρέσα) με υπέροχο διάκοσμο• σταλαγμίτες, σταλακτίτες, κολόνες. Στο μέσο της διασχίζεται από σταλαγμιτικό ποτάμι, ενώ η αριστερή πλευρά της πλέει στο κενό. Προχωρούμε στο απέναντι άκρο του ρήγματος (περίπου 22μ), προσέχοντας μην καταστρέψουμε το διάκοσμο, λόγω του χαμηλού ύψους της (περίπου 1,1μ) και κατεβαίνουμε προσεκτικά με ελεύθερη καταρρίχιση το διάζωμα (περίπου 2μ) που μας χωρίζει με την αίθουσα διαστάσεων 25x10μ περίπου. Στο βορειοανατολικό της τμήμα ξεκινά λίμνη με βάθος 3μ περίπου. Στην οροφή της υπάρχουν ίχνη μεγάλης αποικίας νυχτερίδων, αλλά κανένα εύρημα παρουσίας ανθρώπου.

Είσοδος IV: είναι διηρημένη από μεγάλο βράχο στα δυο. Απ' όπου κι αν εισέλθουμε θα βρεθούμε σε φωτισμένη αίθουσα, όπου εντοπίζονται 3 διευθύνσεις. Η πρώτη, μπροστά, είναι στενή σήραγγα μπαζωμένη με πέτρες (ανθρώπινος παράγοντας). Στην δεύτερη, δεξιά, προσπερνώντας μια στενή τρύπα 0,5μ περίπου από το έδαφος πέφτουμε σε διαπλάτυνση και αδιέξοδο. Υπάρχει βάραθρο, το οποίο όμως είναι πολύ στενό, απροσπέλαστο. Στην τρίτη, αριστερά, αφού συρθούμε σε σήραγγα φτάνουμε σε άλλη αίθουσα με διάκοσμο. Εκεί διακρίνουμε 2 ανοίγματα. Το πρώτο, ευθεία μπροστά μας περνάει σε γαλαρία και τελειώνει σε κατακόρυφα βράχια. Σκαρφαλώνοντας με ελεύθερα από τη δεξιά πλευρά πέφτουμε σε πέρασμα, πολύ χαμηλό, αδιέξοδο. Το δεύτερο, αριστερά στο δάπεδο είναι η κορυφή της καμινάδας (τελείωμα), σημείο Δ.

Παρατηρήσεις: Τα πετρώματα, τόσο στην είσοδο, όσο και στο εσωτερικό του σπηλαίου είναι ασβεστολιθικά. Στην μεγάλη αίθουσα υπάρχουν ίχνη από μεγάλη αποικία νυχτερίδων, όμως βρέθηκαν πολύ λίγες. Ολόκληρος ο όγκος του λόφου και μέσα στο σπήλαιο, τα πετρώματα είναι πολύ διαρρηγμένα. Αυτό έχει σαν συνέπεια, οι διάδρομοι του, σε πολλά σημεία να είναι δαιδαλώδεις και σε άλλα να κλείνουν από πεσμένες πέτρες και βράχους. Στα χαμηλά του σημεία υπάρχουν λιμνούλες με νερό, τις οποίες προφανώς γνώριζαν οι άνθρωποι από παλαιότερες εποχές και κατέβαιναν ως εκεί να πάρουν νερό. Αυτό το μαρτυρούν τα πολλά όστρακα που βρίσκονται στο σπήλαιο. Είναι το πλέον πολύπλοκο σπήλαιο που έχει εξερευνηθεί στη περιοχή και το μόνο με τέσσερις εισόδους.Οι πρώτες επισκέψεις σπηλαιολόγων έγιναν από τον ΣΠ.ΕΛ.Ε.Ο. το 1982, αλλά η πλέον σοβαρή προσπάθεια εξερεύνησης και χαρτογράφησης του έγινε το 2003, από μικτή ομάδα Ελλήνων και Βουλγάρων σπηλαιολόγων, κατά την διάρκεια της Βαλκανικής συνάντησης στην Όθρυ.

3. ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΙΤΑΝΟΣΠΗΛΙΑ – Δ.Δ. ΚΟΦΩΝ

Η Τιτανοσπηλιά είναι το πιο εντυπωσιακό σπηλαιοβάραθρο, απ' όσα έχουν εξερευνηθεί στη περιοχή της Όθρυς. Βρίσκεται στα όρια του χωριού Κωφοί, του Δήμου Αλμυρού.

Οδοιπορικό : Για να το προσεγγίσουμε, πρέπει από τους Κωφούς, να ανηφορίσουμε ψηλά, ως το διάσελο, λίγο πριν το μνημείο για την πτώση του C130. Διακόσια μέτρα πριν την διασταύρωση αυτή, ένας αγροτικός δρόμος φεύγει δεξιά μας (Β.Δ.) κατευθυνόμενος προς την τοποθεσία Κάτω Διχάλα. Αυτός ο δρόμος, 300 μ. πιο πέρα, συναντά μια μικρή αβαθή ρεματιά, όπου αφήνουμε το αυτοκίνητο. Ανηφορίζοντας στα αριστερά της ρεματιάς, θα φτάσουμε σε 5 λεπτά στην είσοδο του βαράθρου.

Περιγραφή : Η είσοδος του είναι λίγο δύσκολο να εντοπιστεί, γιατί είναι ένα μικρό άνοιγμα 2Χ1μ., με ένα χαρακτηριστικό βράχο να κρέμεται μπροστά της. Πάνω σ' αυτό το βράχο βρίσκεται και το καρφί που τοποθέτησαν οι πρώτοι σπηλαιολόγοι – ερευνητές, κατά την εξερεύνηση του. Η ομάδα που το εξερεύνησε, αποτελούνταν από Έλληνες και Βούλγαρους σπηλαιολόγους, μετά από πληροφορίες που είχαν συλλέξει από ντόπιους κατοίκους, κατά την διάρκεια της Βαλκανικής συνάντησης , το 2003.

Η πρώτη κατάβαση είναι 49μ. Αμέσως μετά την είσοδο του, οι διαστάσεις αυξάνουν στα 5 μ. περίπου. Δέκα μέτρα πιο κάτω, στη βορεινή πλευρά του, σχηματίζεται οροφή, η οποία φεύγει οριζόντια για περισσότερα από 60 μ., αποκαλύπτοντας μας, σχεδόν ολόκληρο το εύρος του θαλάμου, που σχηματίζεται. Στα 30μ. από τα δυτικά, το τοίχωμα υποχωρεί στα 12μ. και έτσι από εκεί και κάτω, το κατέβασμα με το σχοινί, συνεχίζεται σχεδόν στο κέντρο ενός πολύ μεγάλου χώρου. Το δάπεδο, με έντονη κλίση προς τα νότια, είναι κατάσπαρτο από πέτρες (λατύπες), διαφόρων μεγεθών, δίνοντας την αίσθηση σάρας. Η αίθουσα που σχηματίζεται είναι πολύ μεγάλη. Το επικλινές της μήκος, με διεύθυνση Β-Ν, ξεπερνάει τα 110μ., ενώ το πλάτος της στο μεγαλύτερο του τμήμα, κυμαίνεται στα 20μ. Το ύψος της οροφής, με μικρές διακυμάνσεις, είναι στα 25μ.

Από το σημείο της καθόδου και βορειότερα, βρίσκεται το πλέον διακοσμημένο τμήμα του. Τεράστιοι σταλαγμίτες, σαν τεράστιες πέτρινες μέδουσες, υπάρχουν πιο πάνω και δυτικά. Πίσω από μια ομάδα απ' αυτούς, σχηματίζεται μια υπέροχη λίμνη, με καταστόλιστα τοιχώματα, κρυστάλλους αραγωνίτη σε κάποια σημεία, ενώ αρκετοί σταλακτίτες που κρέμονται μέσα στο νερό, έχουν δημιουργήσει ροπαλοειδείς σχηματισμούς. Δεκάδες άλλοι σχηματισμοί, όπως τύπου τηγανητού αυγού, υπάρχουν διάσπαρτοι. Προς το τέλος, το σπήλαιο, αποκτά έντονη ανηφορική κλίση, πάνω σε ένα σταλαγμιτικό καταρράκτη, με αρκετές εναλλαγές. Ανεβαίνοντας τον, διαπιστώνουμε πως ολόκληρο εκείνο το σημείο, είναι έντονα διακοσμημένο από σπηλαιοαποθέματα.

Στα ψηλότερα του τμήματα, καταλαβαίνουμε ότι βρισκόμαστε πολύ κοντά στην επιφάνεια και σε σχέση με την ταπείνωση του ανάγλυφου της επιφάνειας, είναι ελάχιστα μέτρα που μας χωρίζουν απ' αυτή. Εδώ ένας τοπογραφικός χάρτης, σε συνάρτηση με έναν αντίστοιχο ακριβή σπηλαιολογικό, θα μας βοηθούσαν να επιλύσουμε τις πιο πάνω απορίες. Προς τα νότια από το σημείο καθόδου, δεν παρουσιάζεται ιδιαίτερο αισθητικό ενδιαφέρον. Λίγο πιο κάτω, έχει βρεθεί ο σκελετός ενός ανθρώπου, μαζί με ένα τουφέκι μονόκανο, με κοντάκι, ίσως κυνηγετικό. Εικοσιπέντε μέτρα πιο κάτω, βρισκόμαστε μπροστά σε κατακόρυφο κατέβασμα. Το σχήμα εδώ μας παραπέμπει σε κλειστό βάταθρο. Το κατέβασμα που ακολουθεί είναι 24μ. και μας φέρνει σε επικλινή μακρόστενη αίθουσα, με διαστάσεις 9Χ1,5μ. Τρία μέτρα χαμηλότερα υψομετρικά, ένα μικρότερο κατέβασμα ανάμεσα από πέτρες, θα μας κατεβάσει άλλα 3μ. Τα υπόλοιπα δέκα περίπου μέτρα, θα τα κατέβουμε με ελεύθερη κατάβαση, ανάμεσα από βράχους και κάνοντας αντιστήριξη. Ένα σχοινί βέβαια, θα μας πρόσφερε περισσότερο ψυχολογική βοήθεια. Εδώ κάτω, με βάθος τελικό 96,50μ., το βάραθρο τελειώνει σε μια αίθουσα πλάτους 2μ. και μήκους 6μ., με πολλές λατύπες στο δάπεδο του, απ' όπου το νερό μπορεί να συνεχίσει, αλλά όχι εμείς.

Στην Τιτανοσπηλιά, κατέβηκε και ο κ.Beron P., πρόεδρος της βουλγάρικης ομοσπονδίας σπηλαιολογίας, ο οποίος σε αναφορές του, παρατήρησε μεγάλο βιολογικό πλούτο, αλλά και κάποιο πρωτοσυναντόμενο είδος. Για το εύρημα του αυτό, αναφέρθηκε και στο 14ο Παγκόσμιο Σπηλαιολογικό Συνέδριο, που διεξήχθηκε τον Αύγουστο του 2005 στην Αθήνα, και δήλωσε ότι δεν έχει ταξινομηθεί ακόμη, αλλά το προσπαθεί σε συνεργασία με άλλους επιστήμονες – βιολόγους. Η περιοχή στην οποία είναι διανοιγμένο το βάραθρο, αποτελείται από ανωκρητιδικούς ασβεστόλιθους, πλακοειδείς και συμπαγείς, με εμφανίσεις απολιθωμάτων.

4. ΑΝΟΙΧΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ «ΚΥΔΩΝΙΤΣΑΣ» - ΒΡΥΝΑΙΝΑ

39ο 05' 45'' Β - 22ο 48' 22'' Α - Υψόμετρο 416 μ.

Οδοιπορικό : Ξεκινώντας από τον Αλμυρό, περνάμε τις πηγές της Κεφάλωσης και ανηφορίζουμε για τα βουνά της Βρύναινας. Περνώντας το καινούργιο μοναστήρι της Παναγίας Ξενιάς (γυναικείο), φτάνουμε στην εκκλησία του Αγ.Γεωργίου που βρίσκεται λίγο πιο πέρα. Μπροστά της έχει ένα μεγάλο προαύλιο ενώ πάνω στο δρόμο υπάρχει και πηγή με μόνιμα τρεχούμενο νερό. Δίπλα στον τοίχο της υπάρχει χωματόδρομος ο οποίος φεύγει ανηφορικά προς το βουνό, αφήνοντας έτσι πίσω μας την άσφαλτο. Φτάνοντας στο ψηλότερο σημείο του δρόμου φαίνεται μπροστά μας το σύνολο της Όθρυος και το χωριό Κοκκωτοί. Κατηφορίζοντας, περνάμε μια ποτίστρα στα αριστερά μας. Πιο κάτω, μετά από μια αριστερή στροφή, προσπερνάμε μια στάνη και ένα δρόμο επίσης στα αριστερά μας. Στα 3500 μ. από την αρχή του χωματόδρομου υπάρχει μια άλλη στάνη στα δεξιά μας. Εκεί σύριζα με τη στάνη στρίβουμε δεξιά σε έναν πολύ άσχημο δρόμο. Περνά εμπρός από την στάνη, ανηφορίζει, στρίβει αριστερά και τελειώνει σε ένα άνοιγμα όπου μπορεί να γίνει αναστροφή του αυτοκινήτου. Εδώ υπάρχει και μια κακοφτιαγμένη αποθήκη με σανό και άχυρο για ζώα. Αφήνουμε το αυτοκίνητο και ανηφορίζοντας δεξιά -ΝΑ-, λίγα μέτρα πιο πάνω βρισκόμαστε στο άνοιγμα του σπηλαίου.

Περιγραφή : Το σπήλαιο είναι ανοιγμένο σε ασβεστολιθικά πετρώματα. Είναι ένα κυκλικό έγκυλο του οποίου έχει πέσει ένα τμήμα της οροφής του στα ΒΔ-Δ. Τα υλικά της οροφής που έπεσαν, του δημιούργησαν ένα μεγάλο άνοιγμα, το οποίο επιτρέπει στο φως του ήλιου να φτάσει ακόμη και στα βαθύτερά του σημεία, ειδικά όταν ο ήλιος βρίσκεται δυτικά. Τα ίδια υλικά έχουν δώσει στο σπήλαιο μια έντονη κλίση προς τα ανατολικά, με πολλούς βράχους καλυμμένους με χώμα, κάνοντας την κατάβαση προς το βάθος του ομαλή.

Στα ΝΑ ένα μεγάλο τμήμα είναι καθαρό δίχως βράχους αλλά με μικρές πέτρες, χώμα και κοπριά από ζώα. Εδώ μπορούν άνετα να φιλοξενηθούν ζώα, ως στάνη, ίσως όχι όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μια τέτοια εκδοχή οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως και παλιότερα συνέβαινε κάτι τέτοιο, οπότε μια ανασκαφή στα χαμηλά του σημεία μας έδινε κάποια ευρήματα ιστορικά ή παλαιοντολογικά, τα οποία θα μας διαφώτιζαν περισσότερο και για την ιστορία του ίδιου αλλά και της ευρύτερης περιοχής.

Οι οροφές του σχεδόν όλες είναι καλυμμένες με σταλακτιτικό υλικό, όχι σε θεαματικούς σχηματισμούς, αλλά είναι αρκετοί. Το ίδιο συμβαίνει και με τα τοιχώματά του. Η κλίση της οροφής του έχει διεύθυνση από δυτικά προς ανατολικά με μια ασυνέχεια προς τα ανατολικά, και διεύθυνση Β-Ν. Στο δάπεδό του υπάρχει χαμηλή βλάστηση (χορτάρια) σε ολόκληρη την έκτασή του. Στα κεκλιμένα τμήματα του δαπέδου υπάρχουν ίχνη από τοιχοδομή, ξερολιθιά, παλούκια και σύρματα σε ένα του σημείο, καθώς και κάποια διαμόρφωση μονοπατιού το οποίο κατεβαίνει ομαλά ως τα χαμηλά του. Από ένα σημείο του ανοίγματος του στομίου του κρέμονται φυτά από το δάσος που υπάρχει γύρω του.

Στα ΒΑ-Β και στο βάθος του υπάρχει ένα μικρό ανέβασμα σε βράχους και πάνω τους διανοίγεται μια μικρή χαμηλή αίθουσα με ΒΑ-Β διεύθυνση. Εδώ μπορούν να μείνουν μερικά άτομα. Το γενικό του σχήμα είναι κυκλικό με διάμετρο 28-30 μέτρα, το δε ύψος στα καλυμμένα του σημεία είναι αρκετά μεγάλο και φτάνει έως τα 7,5 μέτρα, δημιουργώντας έτσι έναν ευρύχωρο και άνετο χώρο.

5. ΣΠΗΛΑΙΟ - «ΜΙΚΡΟ ΝΕΡΟΣΠΗΛΙΑΣ»

Όθρυς - 0649370 Ν - 4321837 Ε - υψομ. 1255μ

Το σπήλαιο εξερευνήθηκε στις 13-7-2003 κατά τη διάρκεια της πρώτης Βαλκανικής Σπηλαιολογικής Συνάντησης, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2003 στη Μαγνησία. Η εξερευνητική ομάδα που το εξερεύνησε ήταν μικτή, από διάφορους συλλόγους: Γιώργος Ανδρέου (ΕΣΕΦ), Μάκης Μπενέζης (ΕΣΕ), Peter Σταυρόπουλος (ΣΕΛΑΣ), Ολυμπία Αναγνώστου (ΣΕΛΑΣ), Κώστας Αδαμόπουλος (ΣΕΛΑΣ).

Οδοιπορικό : Το σπήλαιο βρίσκεται 30 μέτρα δεξιά από το δρόμο που οδηγεί στη Νεροσπηλιά. Πιο συγκεκριμένα βρίσκεται 500μ ΝΔ της Νεροσπηλιάς (σε ευθεία γραμμή). Η θέση του σπηλαίου καταγράφεται στο φύλλο «EVXINOUPOLIS_109» της Γ.Υ.Σ. Η προσπέλαση γίνεται οδικώς μέσω του όχι & ιδιαίτερα βατού χωματόδρομου, ο οποίος ξεκινά από το χωριό Βρύναινα.

Περιγραφή : Το βάραθρο έχει μια μεγάλη σχεδόν κυκλική είσοδο. Από αυτήν ξεκινά μια κατάβαση 18 μέτρων, η οποία καταλήγει σε ένα σωρό από υλικά που έχουν αποτεθεί εκεί μετά από την κατάρρευση παλαιότερης οροφής, η οποία δημιουργούσε την είσοδο. Η κατάβαση αυτή των 18 μέτρων καταλήγει στη βόρεια πλευρά της μεγάλης αίθουσας που ακολουθεί. Είναι στην ουσία η κύρια είσοδος σε αυτή. Η αίθουσα του βαράθρου είναι αρκετά μεγάλη σε διαστάσεις και ξάφνιασε ευχάριστα τους εξερευνητές της. Έχει ύψος περίπου 11-12 μέτρα, ενώ το πλάτος της είναι σε ορισμένα σημεία περίπου 20μ. Η αίθουσα είναι ελαφρά κατηφορική και εξελίσσεται προς τα Δυτικά – Νοτιοδυτικά. Στην Ανατολική της πλευρά υπάρχει ανηφορικός διάδρομος ο οποίος είναι φραγμένος, αφήνοντας πολύ μικρές ελπίδες για συνέχεια της εξερεύνησης. Στο τέλος τους υπάρχουν και λίγα σταλαγμιτικά υλικά (τοιχωματικά), τα οποία όμως είναι ανενεργά. Διάφοροι ογκόλιθοι βρίσκονται κατά μήκος του δαπέδου, οι οποίοι μαρτυρούν την καταρρευσιγενή δημιουργία της αίθουσας. Το σπήλαιο δεν παρουσιάζει σιφώνια. Το συνολικό μήκος του σπηλαίου είναι περίπου 60μ, ενώ το συνολικό βάθος 32μ.

Γεωλογία – βιολογία – κλίμα : Στο δάπεδο της μεγάλης αίθουσας υπάρχουν ίχνη από ροή νερού, πιθανότατα το χειμώνα ή την άνοιξη με το λιώσιμο του χιονιού η ροή να αυξάνεται. Στη Νότια πλευρά υπάρχουν ίχνη από γουανό νυχτερίδων σε μέτρια ποσότητα. Στην οροφή ακριβώς από πάνω υπάρχουν και τα αντίστοιχα ίχνη από αποικία νυχτερίδων. Τα πετρώματα του σπηλαίου είναι ασβεστολιθικά.

Για τον Ε.Ο.Σ. Αλμυρού - το μέλος: Κων/νος Ζούπης